Το σύμφωνο συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια

ΣΥΜΦΩΝΟ-ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ

⇒ Καιρός ήταν να νομοθετήσει η πολιτεία για το σύμφωνο συμβίωσης. Είναι άλλωστε μία ντε φάκτο πρακτική. Αν και κατά τα φαινόμενα η ελληνική κοινωνία είναι διχασμένη. Το ίδιο συμβαίνει και στον υπόλοιπο κόσμο. Σε γενικές γραμμές, εκδηλώνεται ένα χάσμα μεταξύ Δύσης και Ανατολής ή «προοδευτικών» και «συντηρητικών» αντίστοιχα. Στην ευνομούμενη πολιτεία οι επιλογές των πολιτών δεν μπορεί παρά να είναι σεβαστές. Έστω και αν αύριο το σύμφωνο συμβίωσης επεκταθεί πέραν των δύο ατόμων. Το θέμα των σεξουαλικών προτιμήσεων των ανθρώπων αφορά τους ίδιους και κανέναν άλλο. Η αξία του σεβασμού προς τον συνάνθρωπο επιβάλλει έναν κώδικα κοινωνικής κατανόησης, τουλάχιστον, αποδοχής και συναλληλίας.

→ Έχω όμως και εγώ τις διαφωνίες μου από ορισμένη οπτική γωνία ως προς το θέμα της υιοθεσίας. Σπεύδω όμως να διευκρινίσω ότι δεν αμφιβάλλω ότι ένα υγιές για τα παιδιά περιβάλλον, όπως και ένα απαράδεκτο, μπορεί εξίσου να υπάρχει σε κάθε μορφή συμβίωσης. Ούτε είναι επομένως σοβαρό το επιχείρημα ότι τα παιδιά που ζουν με ομόφυλα ζευγάρια δεν απολαμβάνουν την κατάλληλη φροντίδα και αγάπη. Διαφωνώ επίσης με την προβαλλόμενη άποψη ότι αυτό το σύμφωνο συμβίωσης αντίκειται στη φύση, ότι είναι αφύσικο. «Αφύσικο» είναι και το να πετάμε ή το να εναντιωνόμαστε στις ανίατες ασθένειες. Τα πολεμάμε όμως κατά φύσιν με θαυμαστή επιτυχία. Και έχουμε δίκαιο. Η θεωρητική μου ένσταση είναι ηθικής φύσεως και σε καμία περίπτωση ηθικολογικής.

→ Τέτοιου είδους πειραματισμοί μου προκαλούν ανησυχία. Εάν δηλαδή θέλουμε να υπερασπιστούμε αυτό που λέμε “οικογένεια” προφανώς αναφερόμαστε στη μέχρι τώρα προγενέστερη παγκόσμια και διαχρονική εμπειρία, την οποία θέλουμε (φαντάζομαι) να διατηρήσουμε ως καλώς έχουσαν. Εκτός εάν αποφασίσαμε να της δώσουμε και άλλο περιεχόμενο. Να το συζητήσουμε όμως πρώτα. Αλλά και πάλι ο πειραματισμός μοιάζει για μένα ανόητα περιττός. Κατά τον Αριστοτέλη, η πρώτη κοινωνική οντότητα ήταν η οικογένεια – οικία, οίκος – ως αποτέλεσμα της φυσικής ένωσης άρρενος και θήλεος. Θα αντιτείνει ίσως κάποιος ότι ο μεγάλος φιλόσοφος δεν είχε δίκαιο. Εδώ όμως υπάρχει μία αντικειμενική σταθερά, βάσει της οποίας έχει διαμορφωθεί η αξία της οικογένειας ως προς τον φυσικό ρόλο των συντελεστών της. Και η φύση ουδέν μάταιον ποιεί.

→ Κατά την άποψή μου, η πολιτεία ορθώς δεν ασχολήθηκε με το δικαίωμα της υιοθεσίας ως συλλογικότητα στα δεσμευμένα με σύμφωνο συμβίωσης ομόφυλα ζευγάρια, αφού έτσι κι αλλιώς η δυνατότητα παρέχεται σε όσα άτομα πληρούν κατά περίπτωση συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Είναι αδιανόητο, επί παραδείγματι, να στερηθεί σε κάποιον ομοφυλόφιλο το ατομικό δικαίωμα της υιοθεσίας. Ούτε μπορεί κανείς να του απαγορεύσει εκ των υστέρων – αφού έχει υιοθετήσει παιδί – να συνάψει το σύμφωνο. Έτσι δεν μπορεί να αποκλείεται εκ προοιμίου κανείς. Πιστεύω όμως ότι θα είναι προς το καλό της συλλογικής ζωής να διατηρηθεί το διαχρονικό και διαπολιτιστικό ολόγραμμα του ιδανικού της οικογένειας ως κοσμοείδωλο – με τον αρσενικό πατέρα και τη θηλυκή μητέρα, με τον αρσενικό παππού και τη θηλυκή γιαγιά. Δεν με απασχολεί δηλαδή το θέμα τόσο από την πλευρά των ενηλίκων όσο από την πλευρά των παιδιών. Κατά τα άλλα, συμφωνώ. Ατομικά οι πολίτες πρέπει να έχουν όλοι τα ίδια δικαιώματα. Είναι αυτονόητο σε μία δημοκρατία.

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Ετικέτες: , , , | Σχολιάστε

Santa Claus νέας γενιάς

♥ Από το ΒΗΜΑgazino της 20.12.2015. Πιέστε για μεγέθυνση

Santa-Claus-νέας-γενιάς

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Σχολιάστε

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη

Κώστα Βάρναλη

 Ὁ οὐρανὸς ἔβρεχε διαρκῶς λεπτὸν νερόχιονον, ὁ γραῖγος ἀδιάκοπος ἐφύσα καὶ ἦτο ψῦχος καὶ χειμὼν τὰς παραμονὰς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους…

Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος εἶχε νηστεύσει ἀνελλιπῶς ὁλόκληρον τὸ Σαρανταήμερον καὶ εἶχεν ἐξομολογηθεῖ τὰ κρίματά του (παπα-Δημήτρη τὸ χέρι σου φιλῶ!). Καὶ ἀφοῦ ἐγκαίρως παρέδωσε τὸ χριστουγεννιάτικον διήγημά του εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» καὶ διέθεσεν ὁλόκληρον τὴν γλίσχρον ἀντιμισθίαν του πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐνοικίου καὶ τῶν ὀλίγων χρεῶν του, γέρων ἤδη κεκμηκὼς ὑπὸ τῶν ἐτῶν καὶ τῆς νηστείας, ἀποφεύγων πάντοτε τὴν πολυάσχολον τύρβην, ἀλλὰ φιλακόλουθος πιστός, ἔψαλεν, ὡς συνήθως, μὲ τὴν βραχνὴν καὶ σπασμένην φωνήν του, πλήρη ὅμως ἐνθέου πάθους, ὡς δεξιὸς ψάλτης, εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου τὰς Μεγάλας Ὥρας, σχεδὸν ἀπὸ στήθους, καὶ ὅτε ἐπανῆλθεν εἰς τὸ πτωχικόν του δωμάτιον, δὲν εἶχεν ἀκόμη φέξει!

Ἤναψε τὸ κηρίον του καὶ τῇ βοηθείᾳ τοῦ κηρίου (καὶ τοῦ Κυρίου!) ἔβγαλε τὸ ὑπόδημά του τὸ ἀριστερόν, διότι τὸν ἠνώχλει ὁ κάλος, καὶ ἡμίκλιντος ἐπὶ τῆς πενιχρᾶς στρωμνῆς του, πολλὰ ῥεμβάζων καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος, ἤκουε τὰς ὀρυγὰς τοῦ κραταιοῦ ἀνέμου καὶ τοὺς κρότους τῆς βροχῆς καὶ ἔβλεπε νοερῶς τὸν πορφυροῦν πόντον νὰ ῥήγνυται εἰς τοὺς σκληροὺς αἰχμηροὺς βράχους τοῦ νεφελοσκεποῦς καὶ χιονοστεφάνου Ἄθω.

Ἐκρύωνεν. Ἀλλὰ τὸ καφενεῖον τοῦ κυρ-Γιάννη τοῦ Ἀγκιστριώτη ἦτο κλειστόν. Ἀλλὰ καὶ ὀβολὸν δὲν εἶχε νὰ παραγγείλει:

– Πάτερ Ἀβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ἕνα ποτηράκι ῥακὴ ἢ ῥώμι).

Ἐκείνην τὴν χρονιὰν τὰ Χριστούγεννα ἔπεσαν Παρασκευήν. Τόσον τὸ καλύτερον. Θὰ νηστεύσει καὶ πάλιν, ὡς τὸ εἶχε τάμα νὰ νηστεύει διὰ βίου κάθε Παρασκευὴν διὰ νὰ ἐξαγνισθεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ μέγα κρῖμα τῆς νεότητός του, ποὺ εἶδε τυχαίως ἀπὸ τὴν κλειδαρότρυπαν τὴν νεαράν του ἐξαδέλφην νὰ γδύνεται.

Ἔκαμε τὸν σταυρόν του κι ἐσκεπάσθη μὲ τὴν διάτρητον βατανίαν του, ὅπως ἦτο ντυμένος καὶ μὲ τὰ ὑποδήματα – πλὴν τοῦ ἀριστεροῦ.

Καὶ τότε εὑρέθη εἰς τὴν προσφιλήν του νῆσον τῶν παιδικῶν του χρόνων μὲ τὰ ῥόδιν᾿ ἀκρογιάλια, τὰς ἁλκυονίδας ἡμέρας, τὰς χλοϊζούσας πλαγιάς, μὲ τὰ κρίταμα, τὴν κάππαριν καὶ τὰς ἁρμυρήθρας τῶν παραθαλασσίων βράχων καὶ μὲ τοὺς ἁπλοὺς παλαιοὺς ἀνθρώπους, θαλασσοδαρμένους ἢ ναυαγούς, ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους.

Καὶ ἦλθεν ὁ Χριστὸς μὲ τὸ τεθλιμμένον πρόσωπον, ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα μὲ τὸ λευκὸν καὶ ἔνθεον Βρέφος της, ὁ Ἅγιος Στυλιανός, ὁ φίλος καὶ φρουρὸς τῶν νηπίων, ἡ Ἁγία Βαρβάρα καὶ ἡ Ἁγία Κυριακὴ μὲ τοὺς σταυροὺς καὶ τοὺς κλάδους τῶν φοινίκων εἰς τὰς χεῖρας, ὁ ὅσιος Ἀντώνιος καὶ Εὐθύμιος καὶ Σάββας μὲ τὰς γενειάδας καὶ τὰ κομβοσχοίνια των· καὶ ἦλθε καὶ ὁ ὅσιος Μωϋσῆς ὁ Αἰθίοψ, «ἄνθρωπος τὴν ὄψιν καὶ θεὸς τὴν καρδίαν», ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Φαρμακολύτρια κρατοῦσα εἰς τὰς χεῖρας τὸ μικρόν της ληκύθιον, τὸ περιέχον τὰ λυτήρια ὅλων τῶν μαγγανειῶν καὶ ἐπῳδῶν, ὁ Ἅγιος Ἐλευθέριος, ἡ Ἁγία Μαρίνα καὶ εἶτα ὁ Ἅγιος Γεώργιος καὶ ὁ Ἅγιος Δημήτριος μὲ τὰ χαντζάριά των, μὲ τὰς ἀσπίδας καὶ τοὺς θώρακάς των – ὁλόκληρον τὸ Τέμπλον τοῦ παρεκκλησίου τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τὸν μαστιζόμενον ἀπὸ θυέλλας καὶ λαίλαπας καὶ λικνιζόμενον ἀπὸ τὸ πολυτάραχον καὶ πολυρροιβδον κῦμα…

Φέγγος ἐαρινὸν καὶ θαλπωρὴ διεχύθησαν ἐντὸς τοῦ ὑγροῦ δωματίου καὶ ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος λησμονήσας τὸν κάλον του ἀνεσηκώθη νὰ φορέσει καὶ τὸ ἀριστερόν του ὑπόδημα διὰ ν᾿ ἀσπασθῇ εὐλαβῶς τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων.

Ἀλλ᾿ ἡ ὀπτασία ἐξηφανίσθη καὶ ἰδοὺ εὑρέθη εἰς τὸν Ἅη-Γιάννην τὸν Κρυφόν, ποὺ ἐγιάτρευε τοὺς κρυφοὺς πόνους κι ἐδέχετο τὴν ἐξαγόρευσιν τῶν κρυφῶν ἁμαρτιῶν. Πλῆθος πιστῶν εἶχεν ἀνέλθει ἀπὸ τὴν πολίχνην, ζωντανοὶ καὶ συγχωρεμένοι, νὰ παρακολουθήσουν τὴν Λειτουργίαν, τὴν ὁποία ἐτέλει ὁ παπα-Μπεφάνης βοηθούμενος ἀπὸ τὸν μπάρμπ᾿ Ἀναγνώστην τὸν Παρθένην.

Κατὰ περίεργον ἀντινομίαν τῶν στοιχείων, ἦτο καλοκαίρι κι ἡ Λειτουργία εἶχε τελειώσει καὶ ἦτον δὲν ἦτον τρίτη πρωϊνή, ὅτε ἡ ἀμφιλύκη ἤρχισε νὰ ῥοδίζει εἰς τὸν ἀντικρυνὸν ζυγὸν τοῦ βουνοῦ.

Ὅλοι γείτονες, λάλοι καὶ φωνασκοί, ἐκάθηντο κατὰ γῆς πέριξ ἐστρωμένης καθαρᾶς ὀθόνης. Τέσσερ᾿ ἀρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, ἀστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστὰ τῆς λίμνης, αὐγοτάραχον καὶ ἐγχέλεις ἁλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια καὶ μῆλα – ὅλα τὰ καλούδια, προϊόντα της μικρῆς καὶ ὡραίας νήσου, περιέμενον τοὺς συνδαιτυμόνας.

– Καλῶς ὥρισες κυρ-Ἀλέξαντρε, κάτσε κ᾿ ἡ ἀφεντιά σου, τοῦ εἶπεν ἡ θεία ἡ Ἀμέρσα.

Ἀλλὰ τί βλέπει γύρω του; Ὅλους τοὺς ἥρωας καὶ τὰς ἡρωίδας τῶν Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Ἐκεῖ ἦτον ἡ θεία-Ἀχτίτσα, φοροῦσα καινουργῆ μανδήλαν καὶ νέα πέδιλα, ἐπιδεικνύουσα μετ᾿ εὐγνωμοσύνης τὸ συνάλλαγμα τῶν δέκα λιρῶν, τὸ ὁποῖον μόλις ἔλαβε ἀπὸ τὸν ξενητευμένον εἰς τὴν Ἀμερικὴν υἱόν της. Δίπλα της ἐκάθητο κι ὁ Γιάννης ὁ Παλούκας, ὁ προσποιηθεὶς τὸν Καλλικάντζαρον τὴν Παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων καὶ ληστεύσας τὸν Ἀγγελῆν, τὸν Νάσον, τὸν Τάσον – ὅλα τὰ παιδία τὰ ὁποῖα κατήρχοντο ἀπὸ τὴν Ἐπάνω ἐνορίαν, ἀφοῦ εἶχαν ψάλει τὰ Κάλανδα. Ἐσηκώθη καὶ παρέδωσεν εἰς τὸν κυρ-Ἀλέξανδρον τὰς κλεμμένας πεντάρας -δὲν εἶχε πῶς νὰ μεθύσῃ καὶ ἑορτάσῃ τὰ Χριστούγεννα ἐκείνην τὴν χρονιὰν (συχωρεμένος ἂς εἶναι!).

Ἰδοὺ κι ὁ Μπαρμπ᾿ Ἀλέξης, ὁ Καλοσκαιρῆς, ποὺ δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοῦ πορθμείου τοῦ Χάροντος διὰ νὰ πηδήσει εἰς τὸν ἄλλον κόσμον· εἶχε τὸ ἰδικόν του, ὑπόσαθρον πλοιάριον, αὐτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ἦτον κι ὁ σύντροφός του ὁ Γιάννης ὁ Πανταρώτας ὁ ναυτολογημένος ὡς Ἰωαννίδης καὶ διατελῶν ἐν διαρκεῖ ἀπουσίᾳ κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας.

– Νὰ φροντίσῃς, τοῦ εἶπεν ὁ Πανταρώτας, νὰ πάρω τὴν σύνταξή μου!

Καὶ λησμονῶν τὴν ἱερότητα τῆς στιγμῆς ἐμούντζωσε τὸ κενὸν συνοδεύων τὴν ἄσεμνον χειρονομίαν μὲ τὴν ἀσεμνοτέραν βλασφημίαν:

– Ὅρσε, κουβέρνο!

Ἐκεῖ ἦτον κι ὁ Μπαρμπα-Διόμας, εὐτυχὴς διότι ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὸ ναυάγιον καὶ ἐρρόφησεν ἀπνευστὶ ἐπὶ τοῦ διασώσαντος αὐτὸν τρεχαντηρίου ὁλόκληρον φιάλην πλήρη ἡδυγεύστου μαύρου οἴνου διὰ νὰ συνέλθει – ὢ πενιχρά, ἀλλ᾿ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ!

Ἀλλ᾿ ἰδοὺ ἔτρεξε νὰ τοῦ σφίξῃ τὴν χεῖρα καὶ ὁ βοσκὸς ὁ Στάθ᾿ς τοῦ Μπόζα, τοῦ ὁποίου δύο αἶγες εἶχον βραχωθῆ εἰς τὸν κρημνὸν ὑπεράνω της ἀβύσσου, ὅπου ἔχαινεν ὁ πόντος καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ σωθοῦν, ἂν δὲν τὸν κατεβίβαζαν διὰ σχοινίου εἰς τὸν βράχον μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς του.

– Τὴν Ψαρὴ τὴν ἔχω τάξει ἀσημένια στὴν Παναγιά. Τὴ Στέρφα (τὴν ἄλλην αἶγα) θὰ τὴν σφάξω γιὰ σένα, νὰ τὴν φᾶμε.

Καὶ ἡ Ἀσημίνα τοῦ μαστρο-Στεφανῆ τοῦ βαρελᾶ, μὲ τὰς τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τὴ Ῥοδαυγή, τὴν Ἑλένη, τὴ Μαργαρὼ καὶ τὴν Ἀφέντρα, ἡ Ἀσημίνα, ποὺ τὴν μίαν ἡμέραν ἑώρτασε τοὺς γάμους τῆς Ἀφέντρας μὲ τὸν Γρηγόρη τῆς Μονεβασᾶς καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπένθησεν τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ της τοῦ Θανάση.

Τέλος, ὤ! τῆς ἐκπλήξεως, ἐνεφανίσθη καὶ ὁ ἕτερος ἑαυτός του, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδημούλης, ὁ πτωχαλαζών, ὁ ἀσχολούμενος εἰς ἔργα μὴ κοινῶς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!

Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος ἠσθάνθη τύψεις, ὅτι ἔπλασεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ τόσον δυστυχεῖς καὶ ταπεινοὺς ἢ τόσον ἁμαρτωλοὺς (οὐδεὶς ἀναμάρτητος!) καὶ τὸν ἑαυτόν του τόσον ἐπηρμένον!…

Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸν διέκοψεν ἡ ὀκταόκαδος τσότρα, ἡ περιφερομένη ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα. Δὲν ἐπρόλαβε νὰ τὴν ἐναγκαλισθῇ καὶ ἤχησαν τὰ λαλούμενα (βιολιτζῆδες ντόπιοι καὶ τουρκόγυφτοι μὲ κλαρινέτα) καὶ … ἐξύπνησεν.

Ποτὲ ὁ κοσμοκαλόγηρος κυρ-Ἀλέξανδρος δὲν ἐξύπνησε τόσον χορτάτος, ὅσον ἐκείνην τὴν ἁγίαν ἡμέραν, ὁ νῆστις τοῦ Σαρανταημέρου καὶ ὁ νῆστις ὅλης της ζωῆς του! – ζωὴν νὰ ἔχει!

Η πηγή ΕΔΩ

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Σχολιάστε

Και επί γης ειρήνη!

 

Η-ΓΕΝΝΗΣΗ

Και επί γης ειρήνη!

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Σχολιάστε

Ο «κινηματίας» Βασιλεύς των βασιλέων…

→ Δε γεννήθηκε σε κάποιο επιβλητικό ανάκτορο αλλά εν τω σπηλαίω. Δεν ήταν γόνος πολιτικού «τζακιού» (παρ’ ότι ορμώμενος από τον αρχαίο οίκο του Δαυίδ) αλλά παιδί ενός φιλήσυχου ξυλουργού και μιας αγνής έφηβης στην οποία ο Πατέρας Του εμπιστεύτηκε το επίπονο έργο να Τον κυοφορήσει. Γεννήθηκε κοινωνικά στιγματισμένος και υπό καθεστωτικό διωγμό, ουσιαστικά εξόριστος αλλά όπως κάθε ελπίδα ευλογημένος.

Η συνέχεια από την εφημερίδα ΑΥΓΗ στο www.aygi.gr ΕΔΩ

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Σχολιάστε

Θα τρώμε τζάμπα

ΘΑ-ΤΡΩΜΕ-ΤΖΑΜΠΑ

⇒ Από τη Νομική Σχολή Αθηνών αλιευμένο το παραπάνω φωτογραφικό στιγμιότυπο. Συμπυκνώνει εύγλωττα το πανεπιστημιακό ιδανικό των ως αναρχικών αυτοαποκαλούμενων φοιτητών. Δεν αφορά όμως μόνο το Πανεπιστήμιο αλλά και ολόκληρη την κοινωνική και κρατική μας δομή. Η εμπειρία δεν σηκώνει αμφισβητήσεις.

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Σχολιάστε