Οι αντιφάσεις μας όσον αφορά την αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και η διαφωνία μου

[Στην εφημερίδα “Πατρίς“]

Είναι μακρά, πονεμένη υπόθεση η ιστορία της «αξιολόγησης» στην Ελλάδα. Έχει δαιμονοποιηθεί. Αποδεικνύεται ένα πολύ δύσκολο θέμα, αφού διαφορετικοί άνθρωποι κατανοούν διαφορετικά πράγματα. Τι θα αξιολογηθεί, με ποια κριτήρια, ποιος θα αξιολογεί, τι σκοπό έχει η αξιολόγηση, γιατί να γίνεται αξιολόγηση, τι συμβαίνει σε άλλες χώρες… Έχει καίρια σημασία σε κάθε τέτοια συζήτηση να αποφασίζουμε, εάν μιλάμε για το πώς ή απλώς για το όχι. Συζητώ μόνο το πώς.

Σε κάθε περίπτωση, για το δημόσιο σχολείο το Κέντρο Ανάπτυξης και Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ (https://www.kanep-gsee.gr/profil/) στο σκοπό του αναφέρει ότι (η έντονη γραφή δική μου) «πρωταρχικά αποβλέπει στην ανάπτυξη συγκεκριμένων δομών και στρατηγικών για τη μετάβαση όλων στην κοινωνία της γνώσης καθώς και στην ανάπτυξη ενός συστήματος αξιολόγησης και εφαρμογής εκπαιδευτικών πολιτικών σε όλο το φάσμα της εκπαίδευσης» και ακόμα ότι «ειδικότεροι στόχοι του αποτελούν η αύξηση των ευκαιριών πρόσβασης των πολιτών σε όλο το σύστημα εκπαίδευσης (τυπικής, μη τυπικής και άτυπης), η βελτίωση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης σε όλες τις μορφές της, η διασύνδεση της εκπαίδευσης με την απασχόληση, η μελέτη-καταγραφή-αξιολόγηση της ελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότητας και η διερεύνηση προτύπων καλής πρακτικής στην εφαρμογή των εκπαιδευτικών πολιτικών».

Αφορμή, μου δίνει το κείμενο συναδέλφων διευθυντών του νομού Ηρακλείου, που δημοσιεύθηκε στις 18/02/2021 (esos.gr) υπό τον τίτλο «Πρόταση 59 Διευθυντών Γυμνασίων και Λυκείων του νομού Ηρακλείου για την αξιολόγηση» σχετικά με την Υ.Α 6603/ΓΔ4 (ΦΕΚ, 140, τ. Β’, 20/01/2021) που έχει ως θέμα «Συλλογικός προγραμματισμός, εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων ως προς το εκπαιδευτικό τους έργο». Διαφώνησα σε καίρια σημεία με αυτό το κείμενο, όπως μας προτάθηκε στην τελική του μορφή από τους συντάκτες για υπογραφή, και γι’ αυτό δεν το υπέγραψα, θεωρώντας το αντιφατικό. Δήλωσα δημοσίως και επωνύμως αυτή μου τη διαφωνία. Δημόσια -και αυτονόητα επώνυμη- δεν μπορεί να μην είναι και η εξήγησή μου για τη διαφωνία. Και τούτο, επειδή πιστεύω στην αξιολόγηση της δουλειάς μας και του έργου που παράγουμε. Έτσι θα προχωρήσει μπροστά ο τόπος. Sed nunc audiatur et altera pars, τώρα λοιπόν ας ακουστεί και η άλλη πλευρά.

Επομένως, όσα ακολουθούν αναφέρονται αποκλειστικά και μόνον στην πιο πάνω υπουργική απόφαση, καθώς και στο δημοσιευθέν κείμενο των αγαπητών μου συναδέλφων. Το τονίζω. Συζητάμε αποκλειστικά και ΜΟΝΟΝ για την αξιολόγηση των σχολείων και του εκπαιδευτικού τους έργου, όχι συλλήβδην για την ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Δεν μιλάμε, ξαναλέω, για την ατομική αξιολόγηση των ίδιων των εκπαιδευτικών, μια αξιολόγηση που ελπίζω να μη μας απασχολήσει, γιατί θα ανοίξει πραγματικά τους ασκούς του Αιόλου.

Προβληματίστηκα πάρα πολύ. Δεν λέω όμως και τίποτα σπουδαίο με το να συμφωνώ στα αυτονόητα, δεδομένης της συγκυρίας. Σωστή η πρόταση στο κείμενο για αναστολή της εφαρμογής. Εγώ θα έλεγα μάλιστα να είναι πολύ μεγαλύτερη η αναστολή και όχι πέντε μηνών μόνο – μέχρι να είμαστε σίγουροι ότι φεύγει το κακό της πανδημίας. Πρότεινα μάλιστα οι Σύλλογοι Διδασκόντων να επιλέγουν για κάθε μία από τις τρεις βασικές αξιολογικές λειτουργίες (παιδαγωγική και μαθησιακή, διοικητική, επαγγελματική ανάπτυξη εκπαιδευτικών) σε βάθος χρόνου και κατά την κρίση τους, ένα με δύο θεματικούς άξονες, με ένα δείκτη ανά άξονα, ώστε να αναπτυχθεί σταδιακά η σχετική ελλείπουσα κουλτούρα. Όλα αυτά, με κατά το δυνατόν ακριβή προσδιορισμό του απαιτούμενου χρόνου και των συνεδριάσεων. Σωστή και η πρόταση για τριετή πιλοτική εφαρμογή, σωστές παρατηρήσεις υπάρχουν για τους δείκτες και ιδίως για τις ομάδες εργασίας. Πολύ σωστή ακόμα και η επισήμανση ότι «θα πρέπει όμως να δίνεται η δυνατότητα οι παράμετροι αυτοί να τροποποιούνται και να προσαρμόζονται στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε Σχολικής Μονάδας». Περιττεύει δε να πω ότι όλοι συμφωνούμε για το πόσο ακατανόητη και εχθρική προς τη σχολική ηρεμία είναι η επιμονή του υπουργείου για άμεση και πλήρη εφαρμογή της απόφασης. Δεν είναι δυνατόν να ολοκληρώσουμε ένα καινούργιο σύστημα μονομιάς, με τόσες σταθερά διαρκείς ελλείψεις στα σχολεία, σε τέτοια εποχή.

Πού διαφώνησα, λοιπόν; Σίγουρα όχι, επειδή απλά δεν θεωρώ καθόλου πειστικό το επιχείρημα περί αδυναμίας «συνεργασίας και οργάνωσης των απαιτούμενων ομάδων, ακριβώς λόγω των μέτρων προστασίας». Ιδού οι διαφωνίες μου:

  1. Δεν πείστηκα καθόλου ότι είμαστε κατ’ αρχήν σύμφωνοι με την αξιολόγηση/αυτοαξιολόγηση των σχολείων και την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου. Δεν το είδα να δηλώνεται πουθενά ρητώς, ευθαρσώς, καθαρά και ξάστερα, αλλά αντίθετα -σαν από υποχρέωση- να πνίγεται στις ενστάσεις και στα μισόλογα, με νεφελώδεις αναφορές σε «ουσία και περιεχόμενο». Στη διαδικτυακή συζήτηση με τους συναδέλφους είχα μείνει με εντελώς διαφορετική την εντύπωση. Δεν θα μπορούσα να υπογράψω.

  2. Έστω. Και ενώ υποτίθεται ότι κάνουμε προτάσεις και θέλουμε την αξιολόγηση, αισθανόμαστε ξαφνικά την αδήριτη ανάγκη να δηλώσουμε μετ’ επιτάσεως ότι «δεν ερχόμαστε σε αντίθεση με το συνδικαλιστικό μας φορέα και την κατεύθυνση που εκείνος έχει δώσει». Γιατί; Να δούμε, τι είπε η ΟΛΜΕ. Τι είπε η ΟΛΜΕ; Η ΟΛΜΕ κάλεσε όλους τους εκπαιδευτικούς «πριν την έναρξη της ειδικής συνεδρίασης του Συλλόγου Διδασκόντων για την αξιολόγηση της σχολικής μονάδας, να δηλώσουν τη συμμετοχή τους στην απεργία-αποχή και ότι δεν συμμετέχουν σε καμία αξιολογική διαδικασία». Ναι, η ΟΛΜΕ δεν θέλει συμμετοχή σε καμία αξιολογική διαδικασία. Από τη μια λοιπόν λέμε ότι θέλουμε αξιολόγηση, όπως εν πάση περιπτώσει τη θέλουμε, αλλά από την άλλη δίνουμε διαπιστευτήρια στην ΟΛΜΕ που μας καλεί να μη συμμετέχουμε σε καμία αξιολογική διαδικασία. Εάν αυτό δεν είναι η δική μας αμφίθυμη αντίφαση, τότε τι είναι; Γιατί; Δεν θα μπορούσα να υπογράψω.

  3. Ζητάμε κατάργηση της εξωτερικής αξιολόγησης, με το ισοπεδωτικό επιχείρημα ότι «θα οδηγήσει σε μια πληθωριστική ωραιοποίηση και θα λειτουργήσει μόνο σε βάρος της ποιότητας και της ουσίας» με ό,τι καταλαβαίνει κανείς ότι μπορεί να σημαίνει ένας τέτοιος αφορισμός, ενώ λέμε ότι «μετατρέπει τους Συντονιστές Εκπαιδευτικού Έργου σε Επιθεωρητές από Συνεργάτες αφού προβλέπει βαθμολόγηση». Ξαφνικά δηλαδή οι ΣΕΕ θα μετατραπούν σε αιμοδιψείς βρικόλακες που θα μας πίνουν αγνό αίμα. Δεν θέλουμε την εξωτερική αξιολόγηση, γιατί θεωρούμε εξ ορισμού ότι ο εξωτερικός αξιολογητής θα μας διαλύσει. Ναι, οι συνάδελφοί μας, με ονοματεπώνυμο, οι συμφοιτητές μας, οι φίλοι μας θα τρανσφορμαριστούν αυθωρεί και παραχρήμα σε καταπιεστικά όργανα εξουσίας. Από πού είμαστε τόσο σίγουροι ότι θα το πράξουν, παρά την όντως δύσκολη θέση στην οποία θα βρεθούν; Ας ζητήσουμε εξωτερική αξιολόγηση πολυπρόσωπη και δια περιγραφής παράλληλα. Μόνον εμείς είμαστε οι θεματοφύλακες του εκπαιδευτικού αγαθού; Το υπολανθάνον για μένα μήνυμα ήταν ένα. Μια χαρά περνάμε μέχρι τώρα στους Συλλόγους μας εσωστρεφείς, με τα «γύρω γύρω όλοι, στη μέση ο Μανόλης» και τα «μη μου τους κύκλους τάραττε». Καταργείται κάτι; Τι φοβόμαστε; Δεν θα μπορούσα να υπογράψω.

  4. Υποστηρίζουμε ότι «η περιγραφική αξιολόγηση των δεικτών έχει ουσία και περιεχόμενο» με ό,τι και πάλι μπορεί να σημαίνει αυτό, αλλά ισχυριζόμαστε «η βαθμολογική κανένα, δεδομένου ότι είναι σε κάθε περίπτωση κατ’ εκτίμηση και υποκειμενική αφού εξαρτάται από τη συγκρότηση, το χαρακτήρα και τα ενδιαφέροντα κάθε ΣΕΕ». Το θεωρώ απαξίωση προς τους ΣΕΕ. Και το ζητάμε μάλιστα, ενώ εμείς οι ίδιοι βαθμολογούμε τους μαθητές μας με αριθμούς. Φαντάζομαι ότι δεν θέλουμε συγχρόνως να ομολογήσουμε, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι και οι βαθμοί που βάζουμε είναι κατ’ εκτίμησιν και υποκειμενικοί, αφού εξαρτώνται από τη συγκρότηση, το χαρακτήρα και τα ενδιαφέροντα του καθενός μας… Έστω, και πάλιν. Για να είμαστε τότε λοιπόν δίκαιοι, ας ζητήσουμε την περιγραφική αξιολόγηση των μαθητών μας – για να μην αντιφάσκουμε. Στην Ελλάδα έχουμε πρόβλημα με τους αριθμούς. Δεν θα μπορούσα να υπογράψω.

  5. Θεωρούμε ότι «η εμπλοκή φορέων όπως ο Σύλλογος Γονέων σε πολλές περιπτώσεις το μόνο που θα επιτύχει είναι ένταση και συγκρούσεις». Γνωρίζω τη σχετική από χρόνια δυσανεξία που έχουμε για το θέμα. Τι είδους εμπλοκή εννοείται; Εγώ καταλαβαίνω ότι δεν θέλουμε οι γονείς να ανακατεύονται στα πόδια μας, όσο και εάν εδώ εννοείται η αξιολόγηση. Πώς φανταζόμαστε, ερωτώ, τη συνεργασία του σχολείου με το Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων; Γιατί φοβόμαστε την κρίση τους; Θέλουμε τους γονείς δίπλα μας ή δεν τους θέλουμε; Μα, οι γονείς «εμπλέκονται» ήδη διά του Σχολικού Συμβουλίου στην αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 47 του Νόμου 4547 (12/06/2018): «στο τέλος κάθε σχολικού έτους, ο σύλλογος διδασκόντων, λαμβάνοντας υπόψη του και τις απόψεις του σχολικού συμβουλίου για θέματα που εντάσσονται στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, το οποίο οφείλει να έχει προηγουμένως συγκληθεί για αυτό το λόγο, προβαίνει σε αποτίμηση της υλοποίησης του προγραμματισμού και συντάσσει σχετική έκθεση». Μπορούμε να προτείνουμε πολλές δικλείδες ασφαλείας. Είμαστε και εμείς γονείς, ζήσαμε και ζούμε πράγματα. Δεν θα μπορούσα να υπογράψω.

  6. Ισχυριζόμαστε αναπόδεικτα ότι «οι προβλεπόμενες θεματικές είναι αποσπασματικές στερούνται εσωτερικής συνοχής και αξιολογούν το σχολείο ως ένα κατακερματισμένο και ασύνδετο σύνολο εκπαιδευτικών, οικονομικών, διοικητικών, επικοινωνιακών και άλλων λειτουργιών στο χώρο του». Να δεχτώ κάθε κριτική, αλλά εδώ, μέσα από ασάφειες, άγνοια και αφορισμούς, διαγράφεται διαμιάς κάθε διεθνής βιβλιογραφία και επιστήμη. Περιττεύει η περαιτέρω επιχειρηματολογία. Δεν θα μπορούσα να υπογράψω.

Συνοψίζω. Κατανοώ τη διαχρονική και δικαιολογημένη δυσπιστία προς το κομματικό κράτος. Είναι μια πληγή. Τους αξιολογητές, ποιος θα τους αξιολογήσει; Η χρονική συγκυρία είναι παντελώς ακατάλληλη. Τα σχολεία ανοιγοκλείνουν, το πρόγραμμά μας είναι ήδη στα όριά του, οι χρόνοι πνίγουν. Οι ελλείψεις… Το υπουργείο δεν μπορεί να αποφασίζει, να διατάζει και να επιμένει εφ’ όλης της ύλης – και όχι μόνον για το θέμα που συζητάμε εδώ. Είναι πολύ μακριά από εμάς. Αλλά. Άποψη μου είναι ότι στο κείμενο των συναδέλφων, για το οποίο μιλάμε, η όποια καλή προσπάθεια ή πρόθεση χάθηκε σε μια εξόφθαλμη αγωνία τήρησης ισορροπιών και τούτο εις βάρος της ρητής, ξεκάθαρης θέσης που περίμενα – γι’ αυτό δεν με έπεισε. Προς τι αυτή η σχοινοβασία; Στο κείμενο, προεξοφλήθηκαν από καθέδρας συμπεριφορές άλλων φορέων, ενώ εισέπραξα περιχαράκωση σε εσωστρέφεια που θέλει να αποφύγει τους εκεί έξω. Ζητώ καθαρές κουβέντες. Δεν είδα πουθενά διαυγή τοποθέτηση στα ίσα, παράλληλα, δίπλα στις πέρα για πέρα δικαιολογημένες παρατηρήσεις μας. Είτε Ναι, επειδή λέμε ναι στην αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και του εκπαιδευτικού έργου, είτε Όχι, επειδή λέμε όχι. Τίμια, ντόμπρα και τα δύο. Δημοκρατία έχουμε και ελευθερία έκφρασης.

Στο σύμπαν μου δεν χωρούν υβριδικές δικαιολογίες. Με άλλα λόγια, δεν ξέρω τι θέλουμε. Η νωχελική και ανόρεχτη υποστήριξη σε μια μισή αξιολόγηση -με τις πολλές καίριες και σωστές παρατηρήσεις, μέσα στο κείμενο που υπέγραψαν οι συνάδελφοι- πνίγηκε από την αχρείαστη δήλωση «υπακοής» στο κάλεσμα της ΟΛΜΕ για απεργία-αποχή, για καμία συμμετοχή σε οποιαδήποτε αξιολογική διαδικασία. Κατά την αντίληψή μου, το κείμενο αυτοαναιρείται. Εάν υπέγραφα, στην ερώτηση τι υπέγραψα, δεν θα μπορούσα να απαντήσω κρυστάλλινα, τι έχω υπογράψει. Υπέγραψα βήματα προς την αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και του εκπαιδευτικού έργου, το οποίο υποστηρίζω, ή υπέγραψα ένα απορριπτικό σημειωτόν, που δεν θέλει καμία αλλαγή και αρνείται συνεχώς; Τι υποστηρίζουμε; Επιδιώκουμε κάτι και δεν το πήρα χαμπάρι; Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε με φοβίες, επειδή τις αντιλαμβανόμαστε προκαταβολικά ως βεβαιότητες, για να σπρωχθούν στο τέλος όλα, κατά τη συνήθη πρακτική, στο αποθετήριο. Ουδείς αλάνθαστος. Συμμερίζομαι πλήρως τις ανησυχίες των συναδέλφων μου. Έτσι όμως τα είδα, έτσι τα βλέπω.

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Ετικέτες: , , | Σχολιάστε

Κοινή λογική

[Διάβασα σήμερα στον τοπικό μας τύπο πράγματα απίστευτα. Ακόμα τρίβω τα μάτια μου. Προσπαθώ να συγυρίσω το μυαλό μου για να μην τα παίξω και θυμάμαι:] 

  1. Πότε σκέφτομαι λογικά; Σκέφτομαι λογικά, όταν το αποτέλεσμα των συλλογισμών που κάνω καταλήγει σε συμπέρασμα, σύμφωνα με τους κανόνες της τυπικής λογικής, την οποία αποδέχονται όλοι οι άνθρωποι, επειδή η φύση τούς προίκισε με κατάλληλες εγκεφαλικές δυνατότητες. Με αυτό τον τρόπο προχωρούν οι επιστήμες, τα μαθηματικά κατ’ εξοχήν. Σκέφτομαι λογικά, όταν επιχειρηματολογώντας μένω πιστός στο πλάτος και στο βάθος των εννοιών που χρησιμοποιώ. Διαφορετικά, κατασκευάζω (είτε εν γνώσει, είτε εν αγνοία) σοφίσματα. Οι βάσεις αυτής της λογικής είναι έμφυτες σε όλους τους ανθρώπους και καλλιεργούνται. Πρόκειται περί της κοινής λογικής. Τα ζώα δεν μπορούν να το κάνουν.

  2. Ισχύει αυτή η κοινή λογική μόνον στις φυσικές κοινωνίες και δεν ισχύει στις σύγχρονες ανθρώπινες κοινωνίες του θετού δικαίου; Όχι βέβαια! Το αντίθετο συμβαίνει. Η κοινή λογική είναι ο στόχος και το ζητούμενο των ανθρώπων. Στις φυσικές κοινωνίες εκείνο που ισχύει δεν είναι η κοινή λογική αλλά ο νόμος του ισχυρού, το ένστικτο: είμαι βιολογικά πιο δυνατός, θα φας σφαλιάρα, θα σε κάνω ό,τι θέλω. Η ρατσιστική θεωρία του Χίτλερ δεν βασίστηκε στην κοινή λογική, όπως την ορίσαμε, αλλά στο might is right. Ο ισχυρός έχει δίκαιο. Η παραγωγικοί και επαγωγικοί «συλλογισμοί» της δεν είναι καν συλλογισμοί που μπορούν να αντέξουν στην κοινή ανθρώπινη λογική: στη φύση το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης, άρα ο μεγάλος (ισχυρός) άνθρωπος τρώει τον μικρό (αδύνατο). Και αυτό είναι σωστό, φάτε τους! Αυτό δεν είναι κοινή λογική, ανθρώπινη. Και δεν είναι κοινή λογική, επειδή (πέραν της ηθικής ανθρώπινης διάστασης) εκκινεί από μια αναπόδεικτη ιδεολογική «ορθότητα» (εγώ) η οποία οδηγεί με μαθηματική λογική αναγκαιότητα και ακρίβεια στην αλληλοεξόντωση, στην επικράτηση του ενός: μεταξύ των ισχυρών υπάρχουν ισχυρότεροι και πάει λέγοντας, μέχρι τελικής πτώσεως. Αυτοαναιρείται. Έτσι, ζητάμε από τα παιδιά στη Γ’ Λυκείου να αξιολογήσουν το επιχείρημα της χιτλερικής ιδεολογίας, ότι δηλαδή η πίστη σε ανώτερες και κατώτερες ανθρώπινες ράτσες είναι η «αιώνια θέληση που κυβερνά αυτόν τον κόσμο, να παραχωρεί τη νίκη στον καλύτερο και στον πιο δυνατό και να δέχεται την υποταγή των κακών και αδύναμων». (Έκφραση Έκθεση, Γ’ Λυκείου, σ. 75). Η κοινή λογική είναι αποκλειστικότητα και ίδιον των ανθρώπων. Η φύση είναι δέσμια των ενστίκτων της, εξ ορισμού εχθρική σε κάθε βάσανο ανθρώπινης κοινής λογικής.

  3. Η κοινή λογική δεν είναι αυτή που αθώωσε τον Βαραββά και καταδίκασε τον Χριστό. Ο λαϊκισμός το έκανε, το έκανε η προπαγάνδα και η χειραγωγημένη κοινή γνώμη. Καμία σχέση με την κοινή λογική. H κοινή λογική αντίθετα, υπακούοντας στην τεκμηρίωση, φώναζε στον Πιλάτο να μην καταδικαστεί ο Χριστός και γι’ αυτό ο Πιλάτος ρώτησε τον όχλο να μάθει, τι κακό έκανε ο Χριστός. Και ο όχλος απάντησε με το νόμο της φύσης και της αγέλης: έτσι θέλουμε! Αλλά, και για το θύμα του λαϊκισμού, τον Σωκράτη – αχ αυτή η διαβολή. Τι σχέση μπορεί να έχει η καταδίκη του με την κοινή λογική; Απολύτως καμία.

  4. Το μέτρο και η αριστοτελική μεσότητα ορίζονται ακριβώς από τον φρόνιμο. Ο φρόνιμος άνθρωπος δεν αποζητά οτιδήποτε αντιτίθεται στο «λογιστικόν», την κοινή δηλαδή λογική των ανθρώπων. Εξ ου και η φρόνηση είναι τέκνο της λογικής, της λογικής στην οποία φύσει συμμετέχουν όλοι οι άνθρωποι. Δεν γνωρίζει χρόνους, δε περιορίζεται σε τόπους.

5. Άλλο είναι η «κοινή γνώμη», άλλο «επανάσταση» κόντρα στους δειλούς, άλλο οι άδικοι νόμοι, άλλο οι διάφορες «λογικές» που κυκλοφορούν, άλλο η πολιτική δια της «λογικής»  πλαγιολίσθησης. Η κοινή λογική δεν συμπεριφέρεται κατά το δοκούν – ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει. Η κοινή λογική είναι κατανοητή και αποδεκτή από όλους, υπό το μέτρον της φρονήσεως. Να μη συγχέουμε τις έννοιες, να μην τις ταυτίζουμε, διαφορετικά θα καταλήξουμε σε σκοτεινά μονοπάτια. Στην «κοινή λογική» των ανθρώπινων κοινωνιών είναι που εδράζεται το φως, κάθε πολιτισμικό αγαθό και πρόοδος. Είναι επικίνδυνο να το ξεχνάμε.

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Σχολιάστε

Αλλοίωση και  φθορά στην Τράπεζα Θεμάτων

[Εφημερίδα Πατρίς, 16/12/2021]

Στην Τράπεζα Θεμάτων του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) υπάρχουν μέχρι στιγμής αναρτημένες δεκατρείς εκφωνήσεις για τη Νεοελληνική Γλώσσα της Α΄ Λυκείου (σε άλλα μαθήματα είναι εκατοντάδες). Ακολουθούν μερικές γενικές παρατηρήσεις μου όσο πιο επιγραμματικά γίνεται, υπό το πρίσμα πάντα της σαφήνειας, της πραγματικότητας και της επιστημονικής αλήθειας:

  1. Στην παραγωγή γραπτού λόγου (θέμα 3) οκτώ φορές ζητείται το επικοινωνιακό πλαίσιο της ομιλίας, ενώπιον ακροατηρίου. Σε βασικές γραμμές και γενικά, αυτό σημαίνει ότι στην αρχή θα πρέπει να γίνει μια προσφώνηση και στο τέλος μια αποφώνηση. Σημαίνει ότι στον πρόλογο ο μαθητής θα πρέπει να αναφερθεί εν τάχει στην αφορμή της ομιλίας του. Να πει επίσης εξ αρχής δυο κουβέντες για τους κύριους άξονες, γύρω από τους οποίους θα κινηθεί και να το αιτιολογήσει, ώστε να βοηθήσει τον ακροατή να παραλάβει το μήνυμα και να το σημειώσει. Ύστερα, στον επίλογο θα κάνει μία σύντομη ανακεφαλαίωση, θα οδηγηθεί σε συμπεράσματα, θα ευχαριστήσει, θα προτείνει κάτι. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι θα πρέπει να χρησιμοποιήσει στην καρδιά του κυρίως κειμένου το βαρύ πυροβολικό του λόγου του (ανάπτυξη): τρόπους πειθούς και μέσα πειθούς για να πείσει.

1.2 Πόσες λέξεις χρειάζονται για μια ομιλία; Ξέρετε εσείς καμιά τέτοια ομιλία που να αρκείται σε 250-300 λέξεις, όπως ζητείται από τα παιδιά στις έξι από τις οκτώ περιπτώσεις; Ακόμα όμως και εάν γνωρίζετε, τι είδους ομιλία είναι αυτή; Βεβαίως και δεν είναι ομιλία. Παρέμβαση, άποψη είναι. Επομένως, εάν θέλουμε οπωσδήποτε να κρατήσουμε τον αριθμό των λέξεων -αριθμός που φαντάζομαι ότι προέκυψε για τεχνικούς λόγους σε όλες τις σχετικές ασκήσεις παραγωγής λόγου- αλλάζουμε την πραγματολογική και επικοινωνιακή μας απαίτηση, αναμορφώνοντας το ζητούμενο.

1.2.1 Έτσι για παράδειγμα, αντί στην εκφώνηση 11621 «αποφασίζεις να εκφωνήσεις ομιλία στο σχολείο σου (250-300 λέξεις), στο πλαίσιο Ημερίδας που διοργανώνει ο Σύλλογος Διδασκόντων, με θέμα «Επικοινωνία και Τεχνολογία», για να αναφέρεις τους λόγους που αλλοιώνουν στην εποχή μας τη διάθεση για διάλογο» προτιμάς αντί αυτού να γράφεις «… στο πλαίσιο Ημερίδας που διοργανώνει ο Σύλλογος Διδασκόντων του σχολείου σου, …, παίρνεις το λόγο και εκφράζεις την άποψή σου για τους λόγους που αποθαρρύνουν στην εποχή μας τη διάθεση για διάλογο». Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι ότι γλυτώνεις μόνο από την περίεργη έκφραση «αλλοίωση της διάθεσης για διάλογο» αλλά και το κυριότερο ότι δεν αφήνεις μετέωρες υποθέσεις για το πώς κατάφερες με το έτσι θέλω να πάρεις από μόνος σου την απόφαση.

 Στην εκφώνηση 11616 ζητείται από τον μαθητή να εκφράσει τεκμηριωμένα τη γνώμη του «σχετικά με το αν η εκτεταμένη χρήση του διαδικτύου είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο πραγματοποιούνται αλλαγές στον γραπτό λόγο». Το ζητούμενο αυτοαναιρείται υπό το λογικό ερώτημα, εάν γινόντουσαν αλλαγές στο γραπτό λόγο και πριν από την ύπαρξη του διαδικτύου. Η απάντηση είναι βεβαίως προφανής. Δεν ανακαλύφθηκε τώρα ο τροχός. Ζητούμε λοιπόν από τον μαθητή να διευρύνει τη σκέψη του, ώστε να εκφράσει τεκμηριωμένα τη γνώμη του «σχετικά με το αν η εκτεταμένη χρήση του διαδικτύου είναι ένας σοβαρός και σε ποιο βαθμό λόγος για τον οποίο πραγματοποιούνται αλλαγές στο γραπτό λόγο».

  1. Στην εκφώνηση 11619: «στο προσωπικό σου ιστολόγιο (blog) -και αντλώντας στοιχεία από το κείμενο που διάβασες- να παρουσιάσεις την προσωπική σου άποψη για την αξία και τις δυνατότητες που προσφέρει η Γλώσσα. (250-300 λέξεις)». Μάλιστα, αναφερόμαστε στο προσωπικό μπλογκ των μαθητών. Ας είμαστε ρεαλιστές, πόσοι μαθητές έχουν προσωπικό μπλογκ; Καλύτερα και εδώ η παλιά καλή συνταγή: στην εφημερίδα του σχολείου σου…

  2. Ένα πολύ σοβαρότερο ζήτημα θεωρώ ότι προκύπτει στην εκφώνηση 11625: «στο πλαίσιο της «Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας», αναλαμβάνεις να εκφωνήσεις μια ομιλία (προσχεδιασμένο προφορικό λόγο) απευθυνόμενος/η στη σχολική κοινότητα, προκειμένου να προβληματίσεις το ακροατήριο για τη φθορά της ελληνικής γλώσσας από την αυξανόμενη χρήση ξένων όρων…». Τι σημαίνει «φθορά» της ελληνικής γλώσσας; Φθείρεται η γλώσσα; Μόνον η Ελληνική φθείρεται;

4.1. Είναι γεγονός ότι τα περί «φθοράς» της Ελληνικής καλά κρατούν. Η αντίληψη αυτή βρίσκει πολλούς υποστηρικτές, οι οποίοι μέσα από μεμονωμένες προβολές που κάνουν στο γλωσσικό παρόν ανησυχούν για το μέλλον της γλώσσας μας, με δυσοίωνες προβλέψεις. Αξιοσημείωτο πάντως είναι ότι δεν φαίνεται να εκφράζουν την ίδια άποψη και για άλλες γλώσσες.

4.2. Ποιες είναι οι αιτίες αυτής της «φθοράς»; Κυρίως ο δανεισμός με περισσή ευκολία, λένε, ξένων όρων (πιο πολύ από την Αγγλική). Μια και ζούμε σε καιρούς πανδημίας, είναι όντως πολύ εύκολο να βρούμε πολλά τέτοια. Είναι και ο χώρος της τεχνολογίας, του αθλητισμού, της οικονομίας, του τουρισμού, της τηλεόρασης κλπ. Το θέμα του δανεισμού όμως αφορούσε, αφορά και θα αφορά όλες τις γλώσσες του κόσμου ανεξαρτήτως «μεγέθους».

4.2.1 Όλες οι γλώσσες δανείζονται και δανείζουν, ανάλογα με το βαθμό και τον τύπο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Στην πράξη, δεν υπάρχει αμιγής και παρθένα γλώσσα, παρά μόνον ως σύστημα αφαίρεσης στο μυαλό των ειδικών για ερευνητικούς λόγους. Όχι μόνον δεν έχουν όλες οι γλώσσες κοινά τα σημαινόμενα και ίδια τα υλικά για τα σημαίνοντα αλλά ούτε και θέλουν ταυτόσημες γλωσσικές κατασκευές, ούτε οδηγούνται με τον ίδιο τρόπο σε αυτές. Ο γλωσσικός δανεισμός είναι υγιές φαινόμενο.

4.2.2 Δεν υπάρχει λοιπόν κανένα θέμα με το γλωσσικό δανεισμό; Βεβαίως και υπάρχει, στο σημείο που χρησιμοποιείται άκριτα και με επιδεικτικό παραγκωνισμό ιθαγενών λέξεων/φράσεων, χωρίς έστω να καταβάλλεται καμία προσπάθεια «εξελληνισμού». Θα μπορούσε δηλαδή, φερ’ ειπείν, να αποφεύγεται ο όρος «μπούτκαμπ» (boot camp, στο Μάστερσεφ ριάλιτι) και να λέγεται «πρόγραμμα εκπαίδευσης». Το πρόβλημα μάλιστα με τέτοιου είδους γλωσσικούς δανεισμούς είναι ότι παραβιάζουν τη μορφολογία της Ελληνικής. Δεν υπάρχει ουδέτερο που να τελειώνει σε «μπ». Πόσο θα αντέξουν τέτοιοι ξενισμοί; Πολύ λίγο. Γεγονός είναι επίσης ότι παλαιότερα υπήρχε μία εντονότερη γλωσσική μέριμνα. Για παράδειγμα, τα δανεισμένα «ρούχο», «λουλούδι», «σπίτι» προσαρμόστηκαν στους κανόνες της γλώσσας μας, όπως και τα «Λονδίνον», «Μαδρίτη». Σε τελευταία ανάλυση, ο βαθμός πολιτιστικής αντίστασης αντανακλάται στη γλώσσα. Η γλώσσα όμως δεν αντιστέκεται από μόνη της.

4.2.3 Καθήκον της πολιτείας πρέπει να είναι η συστηματική διδασκαλία της ελληνικής μορφολογίας και η πρακτική απαιτητική εξέτασή της, κάτι που δυστυχώς δεν γίνεται σήμερα. Ουσιαστικά, τα παιδιά μαθαίνουν φράσεις και λέξεις. Δεν κατανοούν το αποτέλεσμα των συνδυασμών ευρύτερων σημασιολογικών συστατικών, όταν είναι κάτω από το επίπεδο της λέξης. Είναι η αποτυχία της πολιτικής στο μάθημα της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας. Δεν είναι αποτυχία της Ελληνικής, ούτε φθορά.

4.3 Ποτέ δεν ήταν η ελληνική γλώσσα πιο ισχυρή από όσο είναι σήμερα. Διδάσκεται συστηματικά, στην Ελληνική γράφεται από πολύ κόσμο πεζός και έμμετρος λόγος, καλλιεργείται η λογοτεχνία και το θέατρο, συγγράφονται επιστημονικά έργα, διαδίδεται με τον τρόπο της μέσω της τηλεόρασης, πάρα πολλά προγράμματα υπολογιστών είναι μεταφρασμένα και στα ελληνικά. Αυτό δεν είναι μία κατάσταση φθοράς.

  1. Η γλώσσα λοιπόν ως πρωτεϊκό σύστημα μεταμορφώνεται συνέχεια, έχει ποικιλίες προφορικού και γραπτού λόγου, είδη κειμένων, ειδικούς όρους κλπ. Δεν θα μπορούσε να είναι και αλλιώς, αφού γλώσσα είναι ο ίδιος ο διαφορετικός κάθε φορά άνθρωπος και συνεπώς ολόκληρος ο πολύμορφος κόσμος του. Η αντίληψη περί φθοράς έχει καθαρά κοινωνική, πολιτιστικά αξιολογική διάσταση. Ειδικά για την Ελληνική, η προσκόλληση σε μία «άψογη» και «τέλεια» γραπτή γλώσσα του παρελθόντος, που επηρέασε μάλιστα καίρια τον παγκόσμιο πολιτισμό, οδηγεί αναγκαστικά στο να βιώνεται οποιαδήποτε σύγχρονη αλλαγή ως «φθορά» και αποτυχία. Το ίδιο όμως μπορεί να ισχυριστεί κανείς και για την κλασική Ελληνική ως προς την ομηρική, όπως και για κάθε νεότερη μορφή γλώσσας. Η δε λεγόμενη καθαρεύουσα είναι «έκτρωμα» της γλώσσας των κλασικών. Οι παράδεισοι βρίσκονται πάντα πίσω μας. Πρόκειται περί ενός υφέρποντος νεοαττικισμού. Οι γλώσσες αλλάζουν, μεταβάλλονται, αναδομούνται και τελικά χάνονται, όταν δεν υπάρχουν πλέον οι φυσικοί ομιλητές τους. Δεν μας αφορά η περίπτωση.

6. Με κέντρο τον μαθητή, η δημόσια τράπεζα θεμάτων είναι ένα καλό εργαλείο που για να επιτύχει χωρίς να γίνει φόβητρο πρέπει να έχει ως στόχο την παρακίνηση και την προσφορά βοήθειας, ώστε ο μαθητής μελετώντας να ξεκινά με «γκολ» ήδη από τα αποδυτήρια. Προϋπόθεση όμως απαράβατη είναι δύο συνθήκες: α) από τη μια σαφή, στοχευμένα, χωρίς υπερβολές, ρεαλιστικά θέματα που διατρέχουν ισότιμα  την ύλη και από την άλλη β) ο αριθμός τους (ως θέμα χρόνου) να μη ξεπερνά ανά μάθημα τις μερικές δεκάδες.

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | 2 Σχόλια

Πεισματικά ατελείωτοι

Ήταν πολύ μεγάλη η χαρά μου σήμερα -και το έδειξα πιστεύω δεόντως- που επέστρεψαν ξανά τα παιδιά μας στο σχολείο μετά από απουσία μηνών και έτσι συναντήθηκα και πάλι εν χορώ με όλους τους αγαπητούς μου συναδέλφους. Αισιοδοξώ, όπως πάντα, ότι όλα θα πάνε καλά. Αρέσκομαι συχνά να λέω ότι είμαι ο ανίατος ασθενής της αισιοδοξίας. Αρχίσαμε λοιπόν και πάλι σήμερα τις ευχές για καλή νέα αρχή και καλό μήνα. Έχουμε ευχηθεί κατά τη φετινή σχολική χρονιά κυριολεκτικά αφειδώς και κατά κόρον. Ευχηθήκαμε την πρώτη Σεπτεμβρίου, ύστερα στις έντεκα του ίδιου μήνα που ήρθαν οι μαθητές μας, μετά ξανά στις εννέα Νοεμβρίου καλή αρχή για την τηλεκπαίδευση – όταν η πολιτεία σταμάτησε τη διά ζώσης διδασκαλία λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού. Στη συνέχεια, στις οκτώ Ιανουαρίου με κλειστά ακόμα τα σχολεία, και πάλι δώστου καλή χρονιά και καλή δύναμη για το που ξαναπήρε μπρος η τηλεκπαίδευση. Σήμερα, όπως είπαμε ήδη, καινούργιες ευχές και χαιρετισμοί (και για το νέον έτος) αφού επανήλθαμε όλοι στο σχολείο. Ιδού λοιπόν. Ευχές ατέλειωτες και διαρκείς, με αρχή αλλά χωρίς τέλος. Καταλαβαίνετε επομένως αγαπητοί φίλοι, γιατί εμείς οι δάσκαλοι, όσο και εάν κάποιοι αδαείς μάς θεωρούν τελειωμένους, εμείς εν τούτοις είμαστε πεισματικά ατελείωτοι;

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Σχολιάστε

Οι διερευνητικές

H εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών εξέφρασε την ικανοποίησή της για την επανεκκίνηση των διερευνητικών συνομιλιών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Πρόσθεσε, μεταξύ άλλων, και την πονηρή δημοκρατισιά της: «ποια θέματα, ποιες λύσεις, ποια βήματα θα συμφωνηθούν τώρα εκεί, είναι υπόθεση των (δύο) πλευρών». Δεν πάει εμείς να λέμε συνεχώς ότι μοναδικό θέμα συζήτησης είναι η οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο… Ποιος ακούει; Οι λεγόμενες διερευνητικές δεν είναι ακόμα συνομιλίες, και ας μας τις λέει -υπό την προεδρία της- έτσι εμφαντικά η κ. εκπρόσωπος της Γερμανίας, με το αγαπησιάρικο εκείνο μάλιστα: «χαιρόμαστε που οι απευθείας συνομιλίες, οι οποίες είχαν διακοπεί το 2016, σήμερα ξεκινούν και πάλι και, ναι, στο πλαίσιο της προεδρίας μας στο Συμβούλιο της ΕΕ στηρίξαμε πολύ και εργαστήκαμε προκειμένου να υπάρξουν τέτοιες απευθείας συνομιλίες». Το χαβά τους οι αμετανόητοι Γερμανοί. Είναι πολλά τα όβολα. Πατρονάρουν κανονικότατα τους μαθητές Τούρκους. Οι ίδιοι άλλωστε, ως καλοί δάσκαλοι, είναι που τους δίδαξαν τις γενοκτονίες. Απαιτείται ύψιστη προσοχή. Η εθνική κυριαρχία δεν παζαρεύεται.

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Ετικέτες: , , , , , , | Σχολιάστε

Φρυγανιές

Δεν υπάρχει πιο σπαστικό πράγμα στο σουπερμάρκετ από το να αγοράζεις φρυγανιές! Τις εξετάζεις από δω, τις γυρνάς από κει, μιας και αυτές που παίρνεις από το ράφι δεν πρέπει να είναι σπασμένες. Τις τοποθετείς με περισσή ευλάβεια στο καρότσι και προσέχεις συνεχώς, μήπως τις πλακώσουν άλλα πράγματα και παραβιαστεί τελεσίδικα η φρυγανική ΑΟΖ. Έχεις ύστερα το νου σου, μήπως στο ταμείο, με τη βιασύνη, πάθουν ανεπανόρθωτη ζημιά. Είσαι ιδιαίτερα προσεκτικός, σε ποια περίοπτη θέση πρέπει να μπουν στη σακούλα μεταφοράς για να μη συνθλιβούν ακαριαία. Στο αμάξι “αγχώνεσαι” ποια σακούλα έβαλες πού, και φοβάσαι μήπως μέχρι το σπίτι γίνουν σκόνη. Άσε που στην πορεία σκέφτεσαι, μήπως τελικά δεν τις έβαλες εκεί που έπρεπε. Χειρότερα και από αυγά… Φτάνεις στο σπίτι και βγάζεις τις σακούλες, πάλι μετά φόβου θεού. Έρχεται η ώρα που παίρνεις τις φρυγανιές με ανακούφιση, όπως νομίζεις, και τις διασώζεις, όπως πιστεύεις, στο ντουλάπι. Για στάκα όμως! Την άλλη μέρα πρωί, κατά την ετοιμασία του πρωινού, ακούς τη “μαχαιριά” κατάστηθα. “Κώστα, δεν υπάρχει φρυγανιά γερή, μα πού τις είχες βάλει;”. Ούτε τα Άγια των Αγίων να ήταν. Γιατί να μην υπάρχουν, βρε παιδιά, φρυγανιές τηλεκατευθυνόμενες;

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Ετικέτες: , , , | Σχολιάστε