Το μούσι

⇒ Μεγάλη κουβέντα το να ασχολείται κανείς με τρίχες. Το καλύτερο αντίδοτο στο γεωπολιτικό φόβητρο. Σιγά η πατρίδα κοιμάται. Πολύ μοδάτο το μούσι – πολύ τρέντι και το ξύρισμα της γάμπας μεταξύ των ημεδαπών αρσενικών. Μια βόλτα στα στέκια της νεολαίας αρκεί. Είναι η διαλεκτική αντιπαράθεση μεταξύ τριχωτού και αποτριχωμένου, σε λεπτές ισορροπίες του άτριχου (βρε αυτή η Φιλοσοφία, να μην μπορεί να μας αφήσει ήσυχους!). Διανύουμε άλλωστε την πολιτική περίοδο “του-να-τραβάς-τα-μαλλιά-σου”. Ή, να το πούμε διαφορετικά, ο,τι έμεινε εν πάση περιπτώσει μεταξύ του καραφλού Γ. Βαρουφάκη και του καλλίκομου Τ. Κουράκη στις αποχρώσεις του μαλλιαρού. Η αρμονία δηλαδή του διχασμένου κουρέως. Περί ορέξεως όμως και μόδας κολοκυθόπιτα. Τι μούσι, τι μουσείον και τι μουσική (“Άστυ”, 18/10/1885):

ΤΟ-ΜΟΥΣΙ-18-10-1885-ΤΟ-ΑΣΤΥ με το μουσι

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Αχ Ελλάδα

ΓΙΑΓΙΑΔΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΟΠΟΥΛΟ ΛΕΣΒΟΣ

→ Πολύ συγκινητική η φωτογραφία με τις τρεις γιαγιάδες στη Λέσβο να δίνουν γάλα με το μπιμπερό σε ένα προσφυγόπουλο βρέφος. Αχ Ελλάδα σ΄ αγαπώ…

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Περί διαλεκτικής και μαιευτικής

Ο θάνατος του Σωκράτη

Ζακ-Λουί Νταβίντ: “Ο θάνατος του Σωκράτη” (1787, Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης)

⇒ Περί Φιλοσοφίας συνέχεια (η αφορμή δίνεται πιο κάτω). Σωκράτης και Πλάτων. Όπως γράφει ο Τόμας Καχίλ (στο βιβλίο του Γι’ αυτό έχουν σημασία οι Έλληνες, εκδόσεις Ωκεανίδα 2004, μετάφραση Όλγα Παπακώστα, σσ. 230 κ.ε.) «ο Σωκράτης κατέστη αναγνωρίσιμος όχι μόνο από την ασχήμια του, αλλά και από τα πλήθη των νεαρών θαυμαστών του, οι οποίοι συνωστίζονταν γύρω του ελπίζοντας να ακούσουν κάποια ωραία ατάκα. Σαν κάτι γερασμένους ροκ σταρ που με τον έκλυτο βίο τους και το φοβερό στιλ τους γίνονται ο προσφιλής στόχος των γονέων, έτσι και ο Σωκράτης κινδύνευε να πέσει θύμα της ίδιας του της επιτυχίας…». Θεωρεί μάλιστα ότι ο καλύτερος χαρακτηρισμός για τον Σωκράτη δεν είναι το «αλογόμυγα» που του προσήψε ένας σύγχρονός του αλλά το «θαλασσινή «τσούχτρα», διότι μούδιαζε τους συνομιλητές του και τους οδηγούσε σε πλήρες αδιέξοδο».

   Αφορμή λοιπόν, που λέγαμε πιο πάνω, μας δίνουν οι σελίδες «που είναι στην ύλη» από το σχολικό εγχειρίδιο της Γ’ Λυκείου «Αρχαία Ελληνικά – Φιλοσοφικός λόγος» και βεβαίως αποτελούν αντικείμενο εξέτασης στις Πανελλαδικές. Εκεί διαβάζει ο τελειόφοιτος μαθητής, μεταξύ άλλων, για τη διαλεκτική και μαιευτική μέθοδο του Σωκράτη που «είναι η σταδιακή, βήμα – βήμα, αναίρεση των θέσεων του συνομιλητή και, στη συνέχεια, η επίσης σταδιακή προσπάθεια να εξαχθεί ένα νέο συμπέρασμα, μια νέα προσέγγιση της αλήθειας» και ότι «με ερωτήσεις που φαντάζουν σχεδόν απλοϊκές, ο Σωκράτης εξαναγκάζει τον συνομιλητή του να φτάσει στην ακραία συνέπεια των θέσεων που υποστήριξε και εκεί αποδεικνύεται η σαθρότητα των λογικών επιχειρημάτων που αυτός χρησιμοποίησε».

   Δεν χρησιμοποίησα προηγουμένως τυχαία το «διαβάζει» επειδή ως δάσκαλος αμφιβάλλω πολύ αν μπορεί και ο καλύτερος ακόμα μαθητής να κατανοήσει και να μάθει μέσα από τις αράδες του σχολικού βιβλίου τι σημαίνει πραγματικά σε έναν διάλογο σωκρατική «διαλεκτική και μαιευτική». Η «ύλη» είναι τόσο αποσπασματική και άτακτα κουτσουρεμένη στην προκρούστεια κλίνη του Υπουργείου Παιδείας ώστε εν τέλει το παπαγαλίζειν καταντά φιλοσοφείν. Επί της ουσίας, το σχολικό βιβλίο δεν έχει ούτε ένα παράδειγμα συνεχούς πλατωνικού διαλόγου για να καταλάβουν τα παιδιά στην πράξη τι εστί σωκρατική «διαλεκτική και μαιευτική». Ας το κάνουμε εμείς, με τη βοήθεια του Τ. Καχίλ και του έργου του που είπαμε πιο πάνω, αφού προκαταρκτικά παραθέσουμε το σχόλιο που κάνει ο συγγραφέας αμέσως μετά το απόσπασμα του διαλόγου (δες πιο κάτω): Η σωκρατική μέθοδος – αυτή η ανάλυση που προχωρεί με μικρά βήματα και αποτελεί το σταθερό όπλο του Σωκράτη – μπορεί να φανεί στον αναγνώστη γοητευτική ή εκνευριστική, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του. Οι ορθολογιστές, με κλίση προς τη φιλοσοφία, γοητεύονται, ενώ οι καλλιτεχνικοί και διαισθητικοί τύποι μπορεί να θεωρήσουν τη διαδικασία αυτή βασανιστήριο, ιδίως όταν αποκτά διαστάσεις βιβλίου…”. Διαβάζουμε (σ. 231 κ.ε.):

  Στο πρώτο βιβλίο του πλατωνικού αριστουργήματος Πολιτεία … ο Σωκράτης έχει πιάσει συζήτηση με τον φίλο του, τον Πολέμαρχο, στο σπίτι του τελευταίου στον Πειραιά, ενώ οι υπόλοιποι παρακολουθούν.

Ο Πολέμαρχος, παραθέτοντας έναν στίχο του λυρικού ποιητή Σιμωνίδη, υποστηρίζει ότι «δικαιοσύνη είναι να ωφελείς τους φίλους σου και να βλάπτεις τους εχθρούς σου». «Όταν λες “φίλους”», ρωτάει μειλίχια ο Σωκράτης, «εννοείς αυτούς που φαίνονται σε κάποιον καλοί ή αυτούς που είναι πράγματι καλοί (ακόμη και αν δεν φαίνονται τέτοιοι); Η ίδια ερώτηση ισχύει και για τους εχθρούς».

«Είναι λογικό», είπε [ο Πολέμαρχος], «να αγαπάει κανείς αυτούς που θεωρεί καλούς και να μισεί αυτούς που θεωρεί κακούς».

«Μα δεν τυχαίνει πολλές φορές να γελιέται κάποιος στην κρίση του, και, πολλούς ανθρώπους που δεν είναι καλοί να τους θεωρεί καλούς, και αντιστρόφως;»

«Ναι».

«Όταν συμβαίνει αυτό, λοιπόν, δεν έχει εχθρούς του τους καλούς ανθρώπους και φίλους του τους κακούς;»

«Ναι».

«Οπότε σε αυτή την περίπτωση είναι δίκαιο να ωφελεί κανείς τους κακούς και να βλάπτει τους καλούς. έτσι δεν είναι;»

«Προφανώς».

«Οι καλοί άνθρωποι, όμως, είναι δίκαιοι και ανίκανοι να αδικήσουν».

«Πράγματι».

«Συνεπώς, σύμφωνα με τον συλλογισμό σου, είναι δίκαιο να βλάπτεις ανθρώπους που δεν κάνουν κανένα κακό».

«Κάθε άλλο, Σωκράτη», είπε. «Φαντάζομαι ότι ο συλλογισμός μου δεν ήταν σωστός».

«Τότε, μήπως να δεχθούμε ότι είναι δίκαιο να βλάπτουμε αυτούς που αδικούν», είπα εγώ [δηλαδή, ο Σωκράτης, ο οποίος διηγείται τα όσα διαδραματίστηκαν), «και να ωφελούμε αυτούς που είναι δίκαιοι;»

«Αυτό φαίνεται πιο σωστό».

«Σε αυτή την περίπτωση όμως, Πολέμαρχε, θα αναγκαστούμε να παραδεχθούμε ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που γελιούνται στις κρίσεις τους δικαιούνται να βλάπτουν τους φίλους τους (τους οποίους θεωρούν κακούς) και να ωφελούν τους εχθρούς τους (τους οποίους θεωρούν καλούς). Κι έτσι καταλήγουμε στο αντίθετο συμπέρασμα από εκείνο που είπαμε ότι εννοεί ο Σιμωνίδης».

«Πράγματι», είπε, «εκεί καταλήγουμε. Ας αλλάξουμε λοιπόν τον ορισμό του φίλου και του εχθρού, αφού, όπως φαίνεται, δεν τον θέσαμε σωστά εξαρχής».

«Τι είχαμε πει, δηλαδή, Πολέμαρχε;»

«Ότι φίλος είναι όποιος μας φαίνεται καλός άνθρωπος».

«Και τώρα τι θα πούμε στη θέση του;»

«Ότι φίλος είναι εκείνος που όχι απλώς μας φαίνεται καλός, αλλά είναι πράγματι καλός· ενώ όποιος μας φαίνεται καλός, αλλά δεν είναι, δεν είναι φίλος μας στ’ αλήθεια, αλλά μόνο φαινομενικά· και το ίδιο ισχύει και για τον εχθρό».

«Άρα, μ’ αυτή τη λογική, ο καλός άνθρωπος είναι φίλος μας και ο κακός άνθρωπος εχθρός μας».

«Ναι».

«Τότε ισχυρίζεσαι ότι ο πρώτος ορισμός που είχαμε δώσει για τη δικαιοσύνη, όταν λέγαμε ότι δικαιοσύνη είναι να ωφελείς τους φίλους σου και να βλάπτεις τους εχθρούς σου, είναι ατελής· τώρα θέλεις να προσθέσουμε ότι δικαιοσύνη είναι να ωφελείς τον φίλο σου, όταν είναι καλός, και να βλάπτεις τον εχθρό σου, όταν είναι κακός. Συμφωνείς;»

«Απολύτως», είπε, «αυτή θα ήταν η πιο σωστή διατύπωση».

«Μα είναι ποτέ δυνατόν ο δίκαιος να βλάψει οποιονδήποτε;»

«Και βέβαια», απάντησε. «Οφείλει να βλάπτει τους κακούς, που είναι εχθροί του».

«Και, δεν μου λες, όταν κάνεις κακό στα άλογα, αυτά γίνονται καλύτερα ή χειρότερα;»

«Χειρότερα».

«Χειρότερα σε τι; Στις αρετές που ταιριάζουν στους σκύλους ή στις αρετές που ταιριάζουν στα άλογα;»

«Στις αρετές που ταιριάζουν στα άλογα, βέβαια».

«Επομένως και οι σκύλοι, αν τους κάνεις κακό, γίνονται χειρότεροι ως προς τις αρετές που ταιριάζουν στους σκύλους και όχι στα άλογα».

«Αναγκαστικά».

«Άρα, και για τους ανθρώπους, φίλε μου, δεν θα ‘πρεπε να πούμε αντίστοιχα πως, όταν τους κάνεις κακό, γίνονται χειρότεροι σε ο,τι αφορά την αρετή του ανθρώπου;»

«Βεβαίως».

«Και η δικαιοσύνη δεν είναι ανθρώπινη αρετή;»

«Αναμφίβολα».

«Τότε, Πολέμαρχε, και οι άνθρωποι στους οποίους κάνεις κακό γίνονται, αναγκαστικά, πιο άδικοι».

«Έτσι φαίνεται».

«Τώρα, για πες μου, μπορούν οι μουσικοί να κάνουν τους ανθρώπους άμουσους με τη μουσική τους;»

«Αυτό είναι αδύνατον».

«Μπορεί ένας δάσκαλος της ιππασίας με την τέχνη του να κάνει κάποιον ανίκανο στην ιππασία;»

«Όχι, βέβαια».

«Τότε, λοιπόν, μπορεί ο δίκαιος με τη δικαιοσύνη του να κάνει τους ανθρώπους άδικους; Και γενικότερα, μπορούν οι αγαθοί με την αρετή τους να κάνουν τους άλλους κακούς;»

«Όχι, αδύνατον».

«Γιατί, βέβαια δεν είναι έργο της θερμότητας να παράγει ψύχος, αλλά του αντιθέτου της».

«Σωστά».

«Ούτε είναι έργο της ξηρότητας να υγραίνει, αλλά του αντιθέτου της».

«Μάλιστα».

«Ούτε είναι έργο του καλού ανθρώπου να προξενεί κακό, αλλά του αντιθέτου του».

«Υποθέτω πως ναι».

«Ο δίκαιος άνθρωπος είναι καλός;»

«Φυσικά».

«Άρα, Πολέμαρχε, δεν είναι έργο του δίκαιου ανθρώπου να κάνει κακό, ούτε σε φίλο, ούτε σε εχθρό, ούτε και σε οποιονδήποτε άλλο είναι έργο του αντιθέτου του, του άδικου ανθρώπου».

«Νομίζω ότι έχεις απόλυτο δίκιο, Σωκράτη», είπε.

«Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι δικαιοσύνη είναι να ανταποδίδουμε στους ανθρώπους αυτό που τους αξίζει -αν αυτό σημαίνει ότι ένας δίκαιος άνθρωπος πρέπει να βλάπτει τους εχθρούς του και να ωφελεί τους φίλους του- δεν μπορεί, βέβαια, να προέρχεται από σοφό άνθρωπο. Κι αυτό γιατί δεν λέει την αλήθεια: όπως μόλις είδαμε, δεν είναι ποτέ δίκαιο να βλάπτεις τους άλλους».

«Συμφωνώ», είπε.

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Σχολιάστε

Περιπατητής σκύλων

Dog walker

→ Ενδιαφέρουσα η παραπάνω από στάση λεωφορείου αλιευμένη αγγελία για dog walking. Είτε κοινωνικά είτε οικονομικά είτε επαγγελματικά το δει κανείς. Πάντως, αν είχα τη δυνατότητα να έχω σκύλο θα ήθελα να τον έβγαζα ο ίδιος βόλτα. Για να ξέρω τελικά και ποιος βγάζει βόλτα ποιον:

Dog walker2

Η γελοιογραφία από το βιβλίο του Λυκείου “Έκφραση – Έκθεση, Θεματικοί Κύκλοι”

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Σχολιάστε

Μωρίας εγκώμιον και πάλι

⇒ Σε συνέχεια της προηγούμενης μας ανάρτησης, ακόμα ένα απόσπασμα από το «Μωρίας Εγκώμιον» του Εράσμου. Να σημειώσουμε ότι ο Θωθ που αναφέρεται ήταν ο Αιγύπτιος βασιλιάς της δικαιοσύνης και της σοφίας. Τον εξυμνεί ο Πλάτων στον «Φαίδρο» ως εφευρέτη των αριθμών και του αλφαβήτου. Λέγεται ότι η απόκρυφη φιλολογία, που επί Πτολεμαίων αποδόθηκε στον Ερμή τον Τρισμέγιστο, σε αυτόν οφείλεται. Επίσης, ο «μυαλωμένος βασιλιάς» του αποσπάσματος είναι ο Θηβαίος βασιλιάς Θαμούς που, όπως ο Πλάτων αναφέρει στον «Φαίδωνα», αποκρίθηκε στον Θωρ ότι η γραφή θα αδυνάτιζε τη μνήμη του ανθρώπου γιατί θα τον άφηνε ακαλλιέργητο. Έτσι κατανοεί κανείς γιατί στον «Φαίδρο» (275c και μετά) ο Πλάτων επιτίθεται στο γραπτό λόγο ισχυριζόμενος ότι η γραφή έχει εντελώς περιορισμένη αξία και ότι μόνον η προφορική μετάδοση της σοφίας μπορεί πραγματικά να γονιμοποιήσει την ψυχή του μαθητή. Άντε μετά να εξηγήσεις στα παιδιά γιατί ο μεγάλος φιλόσοφος δεν κράτησε το λόγο του και μας βομβάρδισε (και με τα προς εξέταση) γραπτά του!  Η «ελαφρότητα» του Εράσμου φαίνεται να μην αρκεί:

   Θαρρώ πω εδώ ακούω τους φιλόσοφους να διαμαρτύρονται: «Εδώ είναι η ατυχία», λένε, «να σ’ αναγκάζει ή Τρέλα να γελιέ­σαι, να λαθεύεις, ν’ αγνοείς». Μα όχι, αυτό θα πει απλούστατα να είσαι άνθρωπος. Αφού σ’ αύτη την κατάσταση γεννήθηκες, σ’ αύτη μεγάλωσες, σ’ αύτη μορφώθηκες, γιατί να τη λες ατυχία; Είναι ή μοίρα ολονών. Δεν είναι καθόλου για λύπηση να μένεις στη θέση σου, εκτός πια και πέσουμε στον άνθρωπο που νομίζει πως είναι δυστυχισμένος γιατί δεν μπορεί να πετάει σαν τα που­λιά, να περπατάει στα τέσσερα όπως τ’ άλλα ζώα, ή να ΄ναι οπλι­σμένος με κέρατα σαν τους ταύρους. Εδώ που τα λέμε, θα έλεγες δυστυχισμένο ένα ωραίο άλογο, επειδή δεν ξέρει γραμματική και δεν τρώει γαλέττα, ή εκείνον το φουκαρά τον ταύρο, επειδή δεν τα καταφέρνει στη γυμναστική; Όσο δεν είναι δυστυχισμένο το άλο­γο γιατί δεν σκαμπάζει από γραμματική, άλλο τόσο κι ή Τρέλα δεν κάνει τη δυστυχία των ανθρώπων, αφού είναι μέσα στα φυ­σικά τους.

   Μα, επιμένουν οι επιδέξιοι λογάδες μας: «Ή επιστημονική γνώση δόθηκε ειδικά στον άνθρωπο για να μπορεί ν’ αντισταθμί­ζει με την εξυπνάδα του αυτά που του αρνήθηκε ή Φύση». Σα να γίνεται να πιστέψει κανείς πως ή Φύση φρόντισε με τόση προσοχή για τις σκνίπες, τα φυτά, τα λουλούδια, και μόνο για τούς ανθρώ­πους κοιμόταν, αναγκάζοντας τους να τρέχουν στις επιστήμες, πού τις σκαρφίστηκε για δυστυχία τους ό Θώθ, ή κολασμένη αυτή ψυχή τού γένους των ανθρώπων. Είναι, πράγματι, άχρηστες στην ευτυχία, αφού δεν κάνουν μήτε τη δουλειά πού γι’ αυτή μας λένε πώς έγιναν, όπως κομψά το αποδείχνει μέσα στον Πλάτωνα εκεί­νος ό μυαλωμένος βασιλιάς μιλώντας για την εφεύρεση της γραφής. Οι επιστήμες πλάκωσαν στη ζωή του ανθρώπου μαζί με όλες τις άλλες μάστιγες. Τις γέννησαν εκείνα τα κακά πνεύ­ματα πού φέρνουν όλες τις συμφορές, δηλαδή οι δαίμονες: ελλη­νικά, δαίμων πα να πει σοφός.

Εράσμου, Μωρίας Εγκώμιον, εκδόσεις Ηριδανός 1970, σσ. 73-74

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Σχολιάστε

Μωρίας εγκώμιον

⇒ Μάθημα και σήμερα Φιλοσοφίας στη Δευτέρα Λυκείου, μάθημα αρχαίων Ελληνικών (Φιλοσοφικός Λόγος) στην Τρίτη Λυκείου. Δύσκολες έννοιες, σχεδόν απλησίαστα για μερικά παιδιά τα νοήματα. Και το άγχος των εξετάσεων να κρατά μέρα-νύχτα καραούλι. Τι είναι το ωραίο, τι το ηθικό; Τι κάνει τη ζωή αξιοβίωτη; Τι είναι η αρετή, τι η ευτυχία; Ποιος είναι αγαθός πολίτης; Πολύ βαρύ το φορτίο της απορίας, άλλο τόσο βασανιστική η επιχειρηματολογία. Είναι και οι ήχοι που ακούγονται έξω από το ανοικτό παράθυρο, η σκανδαλιστική βοή της πόλης που φωνάζει… Ο Έρασμος στο «Μωρίας Εγκώμιον» είχε τη φιλοσοφική πολυτέλεια να το δει πιο χαλαρά:   

  Ποια δουλειά μπορούν να κάνουν στη ζωή αυτοί οι φιλόσοφοι; Καμιά. Παράδειγμα ό Σωκράτης, που το μαντείο του Απόλλω­να, – πολύ άσοφα, να λέγεται – ανακήρυξε Σοφό, πρώτον και καλύτερο. Μια μέρα, είχε να συζητήσει δημόσια δεν ξέρω ποια υπόθεση, και τόσο ρεζιλεύτηκε απ΄ τα γέλια της Αγοράς, πού το βούλωσε. Ο άνθρωπος όμως αυτός δεν είναι τόσο άσοφος: δεν δέχτηκε τον τίτλο του σοφού και τον έδωσε στο Θεό μόνο· από την άλλη συμβούλευε τούς όμοιους του να μην ανακατεύονται στην πο­λιτική. Λαμπρά! Μα καλύτερα θα ΄κανε να εξηγήσει, πώς για να ζήσεις σαν άντρας πρέπει να μην ανακατεύεσαι με τη σοφία.

  Γιατί, τέλος πάντων, τι τον καταδίκασε να πιει το κώνειο, αν όχι ή σοφία; Κι αλήθεια, φιλοσοφούσε για τα σύννεφα και τις ιδέες, μετρούσε μαθηματικά τα πόδια του ψύλλου κι εκστασιαζό­ταν με το ζιζίνισμα της σκνίπας, μα δεν κατάλαβε τίποτα από την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. Κι έρχεται ό Πλάτων, ό μαθητής, έτοιμος να συνηγορήσει για το δάσκαλο, πού κινδυνεύει το κεφάλι του… Σπουδαίος δικηγόρος, να σου πετύχει! Σαστισμέ­νος από την οχλαγωγία, δεν καταφέρνει να πει στο πλήθος παρά τη μισή φράση της αρχής!

Εράσμου, Μωρίας Εγκώμιον, εκδόσεις Ηριδανός 1970, σσ. 60-61

Δημοσιεύθηκε στη Uncategorized | Ετικέτες: | Σχολιάστε